WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| as necessary adv | (according to what is needed) | όπως πρέπει, ότι είναι αναγκαίο έκφρ |
| Σχόλιο: η ακριβής μετάφραση εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης |
| | Apply the ointment to the wound as necessary. |